χαλκήιον

χαλκήιον
χάλκειος
of copper
masc acc sg
χάλκειος
of copper
neut nom/voc/acc sg
χαλκεῖον
cauldron
neut nom/voc/acc sg (ionic)
χαλκήιος
of
masc acc sg
χαλκήιος
of
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • χαλκήϊον — τὸ, Α ιων. τ. βλ. χαλκείο …   Dictionary of Greek

  • Ариант — (Аριάνταν)  скифский царь, который упоминался Геродотом почти 25 веков назад в таком контексте: «В этой местности (у верховий Гипаниса  Буга) стоит медный сосуд величиной, пожалуй, в шесть раз больше сосуда для смешения вина, который… …   Википедия

  • LESCHAE — Gr. λέχαι, dicebantur Athenis conventicula et collocutiones frivolae, ad quas antiquitus Graeci otiosi convenire solebant, ut et ipsa loca, in quibus conveniebant. Etant autem ea plerumque tonstrinae, unde Κουριακὴ λαλιὰ prov. et inprimis… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • λέσχη — Ίδρυμα προορισμένο για την επιδίωξη πολιτικών ή κοινωνικών σκοπών, ή για την ψυχαγωγία ατόμων με τα ίδια ενδιαφέροντα, καθώς και το εντευκτήριο του ιδρύματος αυτού. Ιστορία. Η λ. στην αρχαία Ελλάδα ήταν ένα δημόσιο οίκημα με ελεύθερη είσοδο. Στην …   Dictionary of Greek

  • χαλκείο — Οικισμός (υψόμ. 60 μ.) του νομού Χίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Καμποχώρων. * * * το / χαλκεῑον, ΝΜΑ, και ιων. τ. χαλκήϊον Α [χαλκεύς] εργαστήριο κατεργασίας χαλκού και άλλων μετάλλων, χαλκωματάδικο 2. (στον πληθ. ως κύριο όν.) τα Χαλκεία… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”